ενδέχεται


ενδέχεται
[эндэхетэ] ρ. απρόσ. вероятно, возможно,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ενδέχεται" в других словарях:

  • ενδέχεται — (ως απρόσ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἐνδέχεται — ἐνδέχομαι take upon oneself pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέτρηση — (Ιατρ.). Ποσοτική ανίχνευση διαφόρων μεγεθών στον ανθρώπινο οργανισμό. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής: 1)μ. της αγωγιμότητας των νεύρων. Πρόκειται για μέθοδο μ. της ταχύτητας, με την οποία μεταδίδονται οι ηλεκτρικές ώσεις κατά μήκος ενός νεύρου.… …   Dictionary of Greek

  • ενδέχομαι — (AM ἐνδέχομαι Α και ιων. τ. ἐνδέκομαι) 1. απρόσ. ενδέχεται είναι δυνατόν, δεν αποκλείεται («ενδέχεται να επιστρέψει») 2. (μτχ. ενεστ.) ενδεχόμενος αυτός που σύμφωνα με τη λογική μπορεί να συμβεί, πιθανός («ενδεχόμενη ζημιά») 3. (το ουδ. μτχ.… …   Dictionary of Greek

  • εξέταση — I Δοκιμασία ή σύνολο δοκιμασιών που αποβλέπουν στον έλεγχο των γνώσεων των μαθητών και στην απονομή ενός τίτλου σπουδών. Συναφής προς την ε. όρος είναι ο διαγωνισμός, αλλά οι δύο έννοιες διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους ως προς τον σκοπό, το… …   Dictionary of Greek

  • εξίσωση — Κάθε προτασιακός τύπος της μορφής φ(x) = ψ(x), όπου φ και ψ συμβολίζουν συναρτήσεις της αυτής μεταβλητής x, ενώ οι τιμές τους ανήκουν στο ίδιο σύνολο, έστω Σ. Το σύμβολο x ονομάζεται: ο άγνωστος της ε. Αν Ε είναι το σύνολο που διατρέχει η… …   Dictionary of Greek

  • ενδέχομαι — 1. συνήθ. στο γ εν. ως απρόσ., ενδέχεται είναι δυνατό, πιθανό, ενδεχόμενο, δεν αποκλείεται να συμβεί. 2. η μτχ. ενεστ. ως επίθ., ενδεχόμενος, η, ο που μπορεί ανάλογα με τις περιστάσεις να συμβεί, πιθανός, πραγματοποιήσιμος: Ενδεχόμενος πόλεμος. 3 …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • неподобьныи — (190) пр. 1.Неподобающий: ни одиному клирикѹ. ни в городѣ сѹща ни на пѹти ходѧщю. в рiзы не(п)добны˫а облачитисѧ. КН 1280, 517г; Не плоть предажь пищи. и неподобнымь чрева сластемъ. (ταῖς ἀκαϑέκτοις) ПНЧ 1296, 67; неподобьно средн. в сост. сказ.… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • έρπης — Ιογενής πάθηση του δέρματος και των βλεννογόνων, που χαρακτηρίζεται από φυσαλιδώδες εξάνθημα. Διακρίνεται στον απλό έ. και στον έ. ζωστήρα. Ο απλός έ. είναι ιδιαίτερα συχνή νόσος, που προσβάλλει κατά προτίμηση τις περιοχές γύρω από το στόμα, τη… …   Dictionary of Greek

  • ήνις — ἤνις, ιος, ἡ (Α) (επίθ. για αγελάδα) πιθ. αυτή που είναι ηλικίας ενός έτους («βροῦν ἤνιν εὐρυμέτωπον ἀδμήτην», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Συνδέεται με το ἔνος «παλιότερος πρόσφατος», που απαντά στο ἐνι αυτός. Το ι τής λ. αμφισβητείται αν είναι μακρό ή… …   Dictionary of Greek